Συνέντευξη Soloup για το Comicdom.gr

Συνέντευξη Soloup για το Comicdom.gr

Συνέντευξη για «Τα Ελληνικά κόμικς» στον Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου για το Comicdom.gr

(31-21-2012)

Ellinika Comics_front

Είναι μάλλον απίθανο να ασχολείστε έστω και επιφανειακά με τα ελληνικά comics και να μη γνωρίζετε τον Soloup, είτε μέσω των γελοιογραφιών του είτε μέσω των comics και των strips που έχει δημιουργήσει από το 1989 μέχρι σήμερα. Δύο – ενδεχομένως – λιγότερο γνωστές ιδιότητές του είναι εκείνες του διδάκτορα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, καθώς και εκείνη του δημοσιογράφου/αρθρογράφου. Αυτές είναι και που οδήγησαν σε μία από τις πλέον αξιοπρόσεκτες κυκλοφορίες του 2012.

“Από την Κολούμπρα στη Βαβέλ και από το Παρά Πέντε στο Εννιά, από το Αντί στο Σχολιαστή και από το Τέταρτο στη Γαλέρα, απ’ την Τσιγγάνικη Ορχήστρα στο Logicomix κι απ’ τον Ευρωπαίο στο Manifesto, από το φεστιβάλ του Γκαζιού στο Comicdom Con κι από το Comicart.gr στο Greekcomics.gr, από τα στριπάκια στα webcomics και από τα «μικιμάου» στα graphic novels, από τους δημιουργούς στους αναγνώστες και από τους εκδότες στους σχολιαστές, από τα περιοδικά στα άλμπουμ και από το χαρτί στο internet…”, το βιβλίο ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ COMICS (εκδόσεις Τόπος) είναι μία πολυσελίδη περιήγηση στην εγχώρια παραγωγή, αποτέλεσμα μιας εντυπωσιακής (τόσο από πλευράς όγκου όσο και περιεχομένου), πρωτογενούς έρευνας, ίσως της πληρέστερης που έχει γίνει μέχρι σήμερα.  Χωρισμένη σε τέσσερα μέρη η – 400 σελίδων – έκδοση ξεκινάει με τη θεωρητική προσέγγιση του Μέσου, συνεχίζει με τα έντυπα και τα comics σταθμούς της εγχώριας παραγωγής, αναλύει είδη, formats και το ρόλο του Διαδικτύου, και καταλήγει σε έναν κατάλογο εκδόσεων, από το 1974 έως και το 2009.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Soloup μιλάει μεταξύ άλλων για τις προκλήσεις που συνάντησε κατά τη διάρκεια της έρευνας και της συγγραφής του βιβλίου, αλλά και τον τρόπο που αυτές μετεξέλιξαν την οπτική του, κανοντάς τον να εκτιμήσει δημιουργούς και δημιουργίες που παλαιότερα απέρριπτε.

Πώς προέκυψε η ιδέα αυτού του βιβλίου;

Η αφορμή για όλη αυτή την αναζήτηση στάθηκε το πρώτο συνέδριο για τα comics που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Αιγαίου το 2003, ουσιαστικά με τη θετική ενέργεια της καθηγήτριας Εύης Σαμπανίκου κι ενός πυρήνα φοιτητών. Ιστορική στιγμή γενικότερα για τα ελληνικά comics, αφού τότε βρέθηκαν ίσως για πρώτη φορά στα πλαίσια μιας ευρύτερης συζήτησης για τα comics, διαφορετικές προσεγγίσεις του αγαπητού μας Μέσου. Στα πηγαδάκια και στους καφέδες του διημέρου έπεσε έτσι η ιδέα της δημιουργίας ενός “εικονικού μουσείου για τα comics” με την σύμπραξη του Πανεπιστημίου, της ολόφρεσκιας, τότε, ιστοσελίδας του comicart.gr (των Γιώργου και Μάρκου Θεοδωράκη) και της αφεντιάς μου ως … “Ζαπ- ink”. Της στήλης μου, δηλαδή, στο περιοδικό ΩΣ3, στην οποία είχα ήδη αρχίσει ένα- δυο χρόνια πριν να γράφω κάποια αφιερωματάκια για άλλους σκιτσογράφους. Η Σαμπανίκου πρότεινε αυτή η εμπλοκή μου με την έρευνα να ξέφευγε από μια εμπειρική ή ερασιτεχνική ενασχόληση και να γινόταν “σωστά”. Δηλαδή, σε συμπαγή θεωρητική βάση, στα πλαίσια μιας διδακτορικής διατριβής. Το σχέδιο για το μουσείο ναυάγησε, αλλά μου έμεινε στην καμπούρα για τα επόμενα 8 χρόνια (εδώ πάει αυτό που λέμε… τραβάτε με κι ας κλαίω) να κουβαλάω ακόμα και στις διακοπές μου βιβλία, σημειώσεις και λεξικά. Η έρευνα τελικά ολοκληρώθηκε το 2011 στο Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας κι Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Κομμάτι αυτής της ιδιαίτερα πυκνής έρευνας (960 σελίδες) αποτέλεσε τη βάση του συγκεκριμένου βιβλίου.

Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις που συνάντησες αρχικά στο επίπεδο της έρευνας και εν συνεχεία σε εκείνο της συγγραφής του βιβλίου;

Το να προσεγγίσεις σε βάθος – ουσιαστικά για πρώτη φορά – ένα τέτοιο “ζωντανό” θέμα όπως “τα comics στην Ελλάδα” , είναι ένα τεράστιο ζήτημα. Από πού ν’ αρχίσεις, ας πούμε, και που να τελειώσεις; Τι να πρωτοεντάξεις μέσα στην έρευνα και τι να παραλείψεις; Και τι να πεις για άλλους, όταν είσαι κι εσύ δημιουργικά εμπλεκόμενος; Ποιος και γιατί να πιστέψει στην “αντικειμενικότητά” σου και πώς να ξεπεράσεις, εντέλει, εσύ ο ίδιος τις προσωπικές σου φιλοδοξίες, τις συμπάθειες και τις αντιπάθειες, ακόμα και τις προσωπικές σου επιλογές σε comics, σε συγγραφείς, σε ξένες επιρροές; Είναι δυνατή μια οποιαδήποτε αποστασιοποίηση ή αυτό που γίνεται τελικά είναι η κατάθεση μιας ακόμα υποκειμενικής ματιάς; Το πώς θα μπορούσε τελικά μια τέτοια έρευνα να περάσει από αυτές τις συμπληγάδες και να σταθεί, όχι απλά αξιοπρεπώς, αλλά και αξιόπιστα στα μάτια τόσων άμεσα εμπλεκομένων ανθρώπων, υπήρξε το μεγαλύτερο ζητούμενο.

Ποιο ήταν το σκεπτικό, βάσει του οποίου δόμησες και κατηγοριοποίησες το υλικό της έρευνάς σου;

Ένας τρόπος για ν’ αποφύγεις όλες αυτές τις κακοτοπιές , είναι ν’ αναζητήσεις στέρεο έδαφος για να μην καταρρεύσει στην πορεία η εργασία σου σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Έψαχνα έτσι από την αρχή, ποια πρωτογενή στοιχεία από την παραγωγή των ελληνικών comics θα μπορούσαν να φανούν πραγματικά αξιόπιστα. Οδηγήθηκα, λοιπόν, στους δυο πιο διαδεδομένους διαχρονικά τρόπους δημοσίευσής τους: τα περιοδικά comics και τα άλμπουμ Ελλήνων δημιουργών. Το “σκάψιμο”, στη συνέχεια, σε όλο αυτό το παρθένο υλικό, με έφερε αντιμέτωπο με το ιστορικό πλαίσιο της κάθε αφήγησης. Με την “πραγματικότητα”, δηλαδή, της νεοελληνικής κοινωνίας που ζούσαν οι δημιουργοί (αλλά και οι εκδότες και οι αναγνώστες), τη στιγμή που κυκλοφορούσαν τα κομικσάκια τους. Γιατί, αν παρατηρήσει κανείς, σε άλλες ιδέες και αντιλήψεις παραπέμπουν, για παράδειγμα, τα comics της δεκαετίας του ’80, σε άλλες του ’90 και σε άλλες μετά το 2000.

Κάπως έτσι προέκυψε η ανάγκη, οποιαδήποτε αναφορά σε κάποιο ελληνικό comics να λαμβάνει υπόψη της και μια σειρά από τέτοιες παραμέτρους. Μέσω μιας τέτοιας προσέγγισης, καταλαβαίνεις πολύ περισσότερα για τα ίδια τα comics. Τόσο για τις αφηγηματικές επιλογές των δημιουργών, όσο και για τη θεματική τους, τις αναφορές σε Ιδέες, τις αντιλήψεις που περιγράφουν, τους χαρακτήρες των “ηρώων”. Πώς να πλησιάσεις, για παράδειγμα, ένα comic, όπως  το GIANT SIZE FASCISTS του ΚΩΝ, αν δεν γνωρίζεις τις ίδιες τις αναφορές σε ιδεολογίες και ιδεολογήματα της μεταπολεμικής Ελλάδας (τη Χούντα, τις διεθνείς εντάσεις του “ψυχρού πολέμου”, τους Έλληνες μετανάστες, τις σύγχρονες νοοτροπίες, τις πολιτισμικές αναπαραστάσεις για την “ανωτερότητα του Έλληνα”, την “ιστορική Εθνική συνέχεια”, την “Ελληνική ταυτότητα” και πάει λέγοντας), αλλά ακόμα και τις παραπομπές στα αμερικάνικα υπερηρωϊκά comics; Όπως θα διαπίστωσες, τα δύο πρώτα κεφάλαια είναι αρκετά θεωρητικά, γιατί ασχολούνται με αυτά ακριβώς τα ζητήματα. Με τις ιδέες που κουβαλούν στις αφηγήσεις τους τα comics, αλλά και τη σχέση τους με τις αντιλήψεις που επικρατούσαν στην εποχή τους. Ξεκινώντας από ένα τέτοιο πλαίσιο, είναι στη συνέχεια πολύ πιο εύκολο να επιχειρηθεί μια σχετική “αποστασιοποίηση” από προσωπικές εντυπώσεις και συμπάθειες. Και να γνωρίσουμε εν τέλει τα ίδια τα comics μέσα στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν.

Στην εισαγωγή της έκδοσης, αναφέρεις μεταξύ άλλων πως “η πρώτη εικόνα στο ξεκίνημα και η τελική εντύπωση αποδείχτηκαν τελείως διαφορετικές”, προσθέτοντας ότι στην πορεία ανακάλυψες “ιστορίες, αφηγήσεις, δημιουργούς, ιδέες, λεπτομέρειες, εικόνες, αισθήσεις, απόψεις, συναισθήματα” που ούτε καν φανταζόσουν. Μπορείς να αναφέρεις τα πιο τρανταχτά παραδείγματα, εκείνα των οποίων η ανακάλυψη σε εξέπληξε και σήμερα τα θεωρείς σημαντικό γνωστικό κέρδος από την έρευνά σου;

Όταν ξεκινούσα την έρευνα, μπορώ να ομολογήσω πως είχα μια ξερολίστικη αντίληψη για τα comics: “Δημιουργός είμαι, ξέρω τα comics από πρώτο χέρι, ξέρω και τους άλλους δημιουργούς, έχω διαβάσει και δέκα βιβλία από την υπάρχουσα βιβλιογραφία. Το κατέχω το πράμα”. Αντίληψη που την αναγνωρίζεις σε πάρα πολλούς… “παροικούντες της Ιερουσαλήμ” των Ελληνικών comics.

Το πρώτο θετικό – αυτοκριτικά μιλώντας πάντα – ήταν πολύ απλά ότι έφαγα τα μούτρα μου. Δεν ήξερα ΤΙΠΟΤΑ. Έπρεπε έτσι να τα ξαναδώ όλα από την αρχή. Και, μέσα από αυτήν την διαδικασία, εκτίμησα δουλειές και ανθρώπους που παλιότερα απέρριπτα,  σνόμπαρα ή αγνοούσα. Γιατί κάθε δουλειά, κάθε panel– επιτυχημένο ή μη – είναι μια κατάθεση ψυχής και ονείρων. Και κάθε τέτοια κατάθεση, ακόμα και όταν δε γίνεται αντιληπτή από τα δικά μας μάτια, έχει κάποιον σοβαρότατο λόγο ύπαρξης. Κρύβει (ή φανερώνει) κάποια ανάγκη. Και – το σημαντικότερο – κάποιοι άνθρωποι επικοινωνούν με αυτές τις αφηγήσεις. Ταυτίζονται ή αναγνωρίζουν κομμάτια τους σε τούτα τα σκιτσάκια. Το να κατανοήσεις κάτι τέτοιο και να αναγνωρίσεις σε κάποιους άλλους το να την βρίσκουν με μιαν άλλη αισθητική, μακριά  απ’ τις δικές σου προτιμήσεις, είναι ίσως και η πόρτα για να διευρύνεις τη δική σου αισθητική. Αυτό υπήρξε και το μεγαλύτερο προσωπικό όφελος απ’ όλη αυτήν την πολύχρονη περιπέτεια. Να μπορώ, δηλαδή, πλέον να “δικαιολογώ”, αλλά και απολαμβάνω κάτι πέρα από τις δικές μου γενικότερες επιλογές.

Ανακάλυψα, έτσι, κι εκτίμησα comics πιο παλιά, όπως τον ΠΑΝΤΕΧΝΗ  (παρά τις όποιες τεχνικές αδυναμίες του) ή το ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ του Κυρ, (το οποίο και θεωρώ από τα πιο πετυχημένα χιουμοριστικά comics της ελληνικής παραγωγής). Επανεκτίμησα δουλειές δημιουργών (όπως, ας πούμε, του Πεχλιβανίδη, στον οποίο η … κριτική σταματά συνήθως στην ομοιότητα της γραφής του με εκείνην του Manara) ή παρεξηγημένα άλμπουμ σαν το XAMENO ΦΑΣΜΑ. Ακόμα, απολαμβάνω πολλούς νέους δημιουργούς (που θα αποφύγω να πω τρία-τέσσερα ονόματα, γιατί σίγουρα θα ξεχάσω και θ’ αδικήσω καμιά δεκαπενταριά ακόμα). Κάθε δημιουργική κατάθεση έχει την δική της αλήθεια και όταν την βρίσκεις πρέπει να την αναγνωρίζεις.

Αποτελώντας ο ίδιος κομμάτι της κοινότητας των ελληνικών comics, πόσο δύσκολο ήταν να κρατήσεις αποστάσεις από προσωπικές προτιμήσεις και συμπάθειες, κυρίως όμως από δημιουργούς και έργα που δεν εκτιμάς; Σε τι βαθμό πιστεύεις ότι επιτεύχθηκε αυτό;

Όπως σου είπα, συνηθίζουμε να προκαταλαμβάνουμε τη στάση μας απέναντι σε κάποιες αφηγήσεις. Άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά. Απορρίπτουμε, ας πούμε, πολύ εύκολα κάτι, σαν “κουλτουριάρικο” ή σαν “αμερικανιά”. Σίγουρα έχουμε τις προτιμήσεις μας. Όμως, αυτό δεν πρέπει να μας εμποδίζει να βλέπουμε παραπέρα και ν’ αναγνωρίζουμε το καλό, όπου κι αν βρίσκεται. Στην αρτιότητα μιας εικόνας ή στην αφηγηματική της αρετή. Όλοι έχουμε, για παράδειγμα, τις μουσικές μας προτιμήσεις. Αυτοί, όμως, που πραγματικά γνωρίζουν  μουσική, νομίζω πως μπορούν πιο εύκολα ν’ αποδεχτούν, να εκτιμήσουν, ακόμα και ν’ απολαύσουν διαφορετικά ακούσματα. Να κρίνουν αυτό που ακούγεται, όχι με βάση το είδος του (αν ας πούμε είναι “κλασική”, η “βλάχικο” ή “ροκιά” ή “ελαφρολαϊκό”),  αλλά με το αν αυτό τους λέει κάτι.

Όσο, λοιπόν, πιο πολύ διάβαζα και μελετούσα comics και δημιουργούς, τόσο πιο πολύ ένιωθα να απομακρύνομαι από παλαιότερες εντυπώσεις και “αντιπάθειες”, από αυτές που συνήθως δημιουργούνται σε κλειστές κοινότητες, όλων των τεχνών και συντεχνιών. Η θεωρητική βάση, επίσης, που ανέφερα στα δυο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, βοηθάει εξαιρετικά στο να μη προσεγγίζεις μια δουλειά με βάση τα δικά σου συναισθήματα και προκαταλήψεις, αλλά με τις “σταθερές” που έχεις βάλει, ας πούμε, για όλα τα comics της ίδιας περιόδου. Όλα αυτά δε σημαίνουν πως η ματιά σου κάθε φορά δεν παραμένει υποκειμενική (όπως, άλλωστε, εξηγώ αναλυτικά στο πρώτο κεφάλαιο και για τις επιλογές των δημιουργών). Όμως αυτό, έχοντας κρατήσει τις παραπάνω αποστάσεις, νομίζω πως πια δεν έχει να κάνει τόσο με εμπάθεια, όσο με την κριτική σου ματιά και θέση για τα πράγματα.

Από την ημέρα έκδοσης του βιβλίου μέχρι σήμερα, ποιο ήταν το πιο άκυρο σχόλιο που άκουσες σε σχέση με την έκδοση; Ήταν από κάποιον που ένιωσε θιγμένος από την παρουσίαση του έργου του ή αφορούσε σε θεωρητικού επιπέδου διαφωνία;

Μακράν το πιο… άκυρο σχόλιο μέχρι σήμερα (και μάλιστα από “δημοσιογράφο”) ήταν … “ποιος το έγραψε”! Επίσης, έχω ακούσει αρκετά “με έχει εμένα μέσα;”. Νομίζω πως είναι φυσιολογική και ανθρώπινη αυτού του είδους η αντίδραση για ένα τέτοιο  βιβλίο. Για μια έρευνα που ασχολείται με ένα ζωντανό θέμα και με τόσους δημιουργούς κι εμπλεκόμενους με τα comics σε πλήρη εξέλιξη.

Όπως αυτοσαρκαστικά έγραψε ο Καλαϊτζής σε κείμενό του, όλοι ξεφυλλίζουν αυτό το βιβλίο μέχρι το όνομά τους, για να διαπιστώσουν κατά πόσο τους απαθανατίζει, προσπερνώντας όλες τις άλλες σελίδες, σαν προλόγους ή σαν επίλογο της δικής τους παρουσίασης. Σίγουρα, δεν είναι δυνατόν – παρά τις προσπάθειες τις δικές μου ή του οποιουδήποτε – να γνωρίζει κάποιος καλύτερα τις στοχεύσεις και τις προθέσεις των δημιουργών, από τους ίδιους τους δημιουργούς. Όμως, από την άλλη, η εικόνα που έχει ο καθένας για τον εαυτό του δεν ταυτίζεται με την εικόνα που αποκομίζουν οι άλλοι από αυτόν. Οπότε … πάρε το αβγό και κούρευ’το. Από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε. Και αυτή η έρευνα επιχειρεί να κάνει την αρχή για μια ευρύτερη συζήτηση για τα ελληνικά comics. Άλλωστε, νομίζω πως, όσο περνάει ο καιρός, θα φαίνεται πως πρόθεση του βιβλίου δεν είναι να αναδείξει κάποιους και άλλους να τους υποτιμήσει, αλλά να δει τα ελληνικά comics ως σύνολο και ως μια έντεχνη δημιουργία επικοινωνίας. Προς το παρόν, πάντως, δεν έχει υπάρξει κάποια σημαντική διαφωνία, ενώ αντίθετα, συνέχεια καταφτάνουν απόψεις από “γνώστες” , “ειδικούς”, αλλά και από αναγνώστες που είναι μάλλον εγκωμιαστικές.

Αν και ο τίτλος της έκδοσης, όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο είναι ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ COMICS, εν τούτοις παντού στο εσωτερικό αναφέρονται ως “κόμικς”. Αφ’ ενός αναρωτιέμαι προς τι οι δύο γραφές, αφετέρου θα ήθελα να ακούσω τη γνώμη σου σχετικά με τη διένεξη περί των διαφορετικών γραφών (κόμικς, κόμιξ), αλλά και της αντιστροφής ενικού-πληθυντικού στα συνοδευτικά άρθρα (το κόμικς, τα κόμικ), λογική που ακολουθείται κυρίως από την παλαιότερη γενιά θεωρητικών και γλωσσολόγων που ασχολήθηκαν με το θέμα.

Αν θέλεις την άποψή μου ως σκιτσογράφου και ως αναγνώστη , καθόλου δε με απασχολεί πώς ακριβώς λέγονται, αφού όλοι γνωρίζουμε κατά βάση για τι πράγμα μιλάμε. Αν θέλεις, όμως, μια πιο θεωρητική άποψη, θα έλεγα κατά τον Μαρτινίδη πως τα “κόμικς” είναι “η ελεεινή παλιννόστηση του μεταναστεύσαντος ‘κωμικού’”. Μια λέξη ελληνική με άλλο νόημα που, μετά από μια διεθνή περιπέτεια τυχαίων και ανεπιτυχών προσδιορισμών των εικονογραφημένων αφηγήσεων ως comics, επέστρεψε στην ελληνική γλώσσα ως το ουσιαστικό άκλιτο (δηλαδή πάντα στον πληθυντικό) “κόμικς”. Μια λέξη από την κατασκευή της αρκετά δυσκοίλια και κομπλεξική, που μόνο προβλήματα δημιουργεί. Ας πούμε, αυτός που φτιάχνει κόμικς, πως λέγεται; Κομιξάς, κομικσάς ή κομίστας; Κι αυτός ο τελευταίος τι …κομίζει; Γλαύκας, πακέτα με χαρτονομίσματα ή ιστορίες με καρεδάκια; Γι’ αυτό, τελικά, οι περισσότεροι χρησιμοποιούμε το “δημιουργός κόμικς”, που αυτό το “δημιουργός” πάλι, έναν παραέξω μπορεί να τον παραπέμπει σε πολύ… ψωνάρες τύπους. Δηλαδή, ασ’ τα να πάνε!

Τα κόμιξ με “ξ”, από την άλλη, αναφέρονται ιστορικά στα αμερικάνικα underground comix, τα οποία σημειολογικά αυτοδιαφοροποιούνταν από τα εμπορικά mainstream comics. Στην Ελλάδα, η γραφή “κόμιξ” συνδέεται είτε με μια συνειδητή περιγραφή κάποιων “διαφορετικών” comics, κι ας μην είναι κατ’ ανάγκη underground (π.χ. Μαμούθ Κόμιξ) είτε με την πλήρη ασχετοσύνη των αρθρογράφων που έγραφαν και γράφουν την λέξη όπως να ‘ναι.

Το αν θα σημειώνεται πάλι με λατινικούς ή ελληνικούς χαρακτήρες, είναι ανάλογα τη διάθεση ή τη σειρά που έχει επιλέξει ο επιμελητής κάποιου κειμένου, αφού μιλάμε για το ίδιο ακριβώς πράγμα. Αν θα επιλέξεις, για παράδειγμα, να γράψεις Robert Crumb ή Ρόμπερτ Κράμπ. Ιδιαίτερα πετυχημένη λέξη κατά τη γνώμη μου για το Μέσο των comics, είναι ο όρος “εικονογραφηγήματα” του Πέτρου Μαρτινίδη.

Ένας όρος που περιγράφει ακριβώς αυτό που είναι, αν και ως μετάφραση σήμερα ίσως θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα τον όρο “Graphic Novel”. Αλλά τι τα θες; Όσο δυσκοίλια, αποτυχημένη και κομπλεξική και να είναι η λέξη “κόμικς”, αυτήν έχουμε συνηθίσει και αυτήν αγαπάμε.

Ολοκληρώνοντας πρόσφατα την ανάγνωση του βιβλίου (τουλάχιστον στο επίπεδο μιας πρώτης επαφής με το περιεχόμενό του και σαφώς όχι μιας ενδελεχούς ανάγνωσης), το μόνο που ένιωσα να λείπει ήταν μία αναλυτική παρουσίαση του Φεστιβάλ της Βαβέλ. Τι σε οδήγησε σε αυτή την επιλογή;

Όπως είπα και πιο πριν, το βιβλίο έχει επιλέξει να προσεγγίσει τα ελληνικά comics κυρίως μέσα από τα περιοδικά και τα άλμπουμ. Το φεστιβάλ της Βαβέλ  εντάσσεται, λοιπόν, μέσα σε αυτήν την οπτική και υπάρχει στα κεφάλαια για τα περιοδικά,  όπως αντίστοιχα το Comicdom Con Athens αναφέρεται στο τρίτο μέρος του βιβλίου, ως μέρος της ευρύτερης δραστηριότητας του Comicdom.gr. Το τρίτο μέρος έτσι της σχετικής αναφοράς στη Βαβέλ –δηλαδή από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 κι έπειτα – αφορά το συγκεκριμένο Φεστιβάλ, την πορεία του και την συνειδητή εμμονή του σε συμπληρωματικά με τα comics θεάματα και Tέχνες: συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, παράλληλες εκθέσεις γραφιστικής ή εικαστικών κλπ.. Κάτι που δηλώνεται, άλλωστε, ως επιλογή από το περιοδικό με τον υπότιτλο “και όχι μόνο”. Υπάρχουν, όμως, και άλλα σημεία στο βιβλίο, όπου αναφέρεται ο ρόλος του Φεστιβάλ της Βαβέλ, μέσα από την αντιστοίχησή του με το Comicdom Con και τις διαφορετικές τους αισθητικές κι επικοινωνιακές επιλογές, οι οποίες για μένα είναι και οι δυο σεβαστές. Τα δύο αυτά… “φεστιβάλ” δεν ήταν δυνατόν να απουσιάζουν από τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ COMICS, αφού αποτελούν σημαντικούς διαμορφωτές της σύγχρονης ελληνικής σκηνής.

Όντας και ο ίδιος δημιουργός comics, τι θα συμβούλευες ένα νέο φέρελπι δημιουργό για τα επόμενα βήματά του σε ένα χώρο που, ενώ ανθεί δημιουργικά, τα περιθώρια οικονομικών απολαβών έχουν συρρικνωθεί δραματικά στον παρόντα χρόνο, λόγω της επικρατούσας οικονομικής συγκυρίας;

Εγώ ξέρω πως ό,τι επιθυμείς πραγματικά, γίνεται. Δεν πά να’ χει τις χειρότερες συνθήκες ή και να σου κάνουν ακόμα και τις πιο άσχημες κριτικές. Αν έχεις κάποιο προσωπικό όραμα και στόχο, με πολλή δουλειά και υπομονή θα τον φτάσεις. Μιλάω κυρίως για το έντεχνο κομμάτι. Για τις… δάφνες. Για τη σχέση του δημιουργού με την τέχνη του, την οποία θεωρώ και την πιο σημαντική. Βέβαια, ως γνωστόν, οι δάφνες πάνε περισσότερο με τις φακές, παρά με πλούσια εδέσματα. Αν είναι, όμως, κάποιος μάγκας, δεν αποκλείεται να καταφέρει και τις οικονομικές απολαβές, ακόμα και σε μια αποκαρδιωτική ενασχόληση σε αυτόν τον τομέα, όπως είναι τα comics. Η κρίση και οι αναποδιές απλά σου βάζουν πιο πολλά εμπόδια να πηδήσεις. Για να πλησιάσει, όμως, κανείς τις επιθυμίες του, το κύριο όπλο δεν είναι κατ’ ανάγκη το ταλέντο, αλλά η πολλή δουλειά (το ταλέντο με την πολλή δουλειά απλά θα τον κάνει Θεό!) και σίγουρα όχι η έπαρση και η αυταρέσκεια, αλλά η αυτοκριτική.

Ποιο συμπέρασμα θα απευχόσουν και αντίστοιχα ποιο θα ευχόσουν να βγάλει ο αναγνώστης του βιβλίου σου σε σχέση με τα ελληνικά comics, ολοκληρώνοντας την ανάγνωσή του;

Το χειρότερο θα ήταν να νομίζει κάποιος πως αυτό το βιβλίο είναι η “Ιστορία των Ελληνικών comics”. Τα comics είναι ζωντανά, οι δημιουργοί επίσης και όλα είναι υπό διαμόρφωση. Η αναφορά δημιουργών, εκδοτών, αναγνωστών και σχολιαστών στο βιβλίο δεν είναι στατικό έκθεμα μουσείου, αλλά απλά το αποτύπωμά τους, καθώς συνεχίζουν την πορεία τους.Νομίζω πως όποιος διαβάσει αυτό το βιβλίο, όσο καλός γνώστης του αντικειμένου ή εμπλεκόμενος με τον χώρο των comics και να είναι, κάτι σημαντικό έχει να του δώσει. Ακόμα και αν διαφωνεί με απόψεις ή βλέπει διαφορετικά κάποια πράγματα, σίγουρα θα αλλάξει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο που θα προσεγγίζει στο εξής τις ελληνικές δημιουργίες. Θα του δώσει το απαιτούμενο ιστορικό βάθος, αλλά και τα σημειολογικά κλειδιά για να ξεκλειδώνει στο εξής οποιοδήποτε comic πέφτει στα χέρια του. Θα ευχόμουν ακόμα, η εργασία αυτή ν’ αποτελέσει μια γέφυρα ανάμεσα σε παλαιότερους και νεότερους. Να γνωρίσει σε κάποιους πως τα ελληνικά  “ενήλικα” comics δεν τελείωσαν στα τέλη του ’90 και σε κάποιους άλλους πως δε γεννήθηκαν το 2000. Τέλος, να αποτελέσει την απαρχή μιας σοβαρής συζήτησης για την ελληνική δημιουργία, με συμφωνίες, διαφωνίες και αντιπροτάσεις, που θα μας οδηγήσουν σε νέες πιο μεστές αφηγήσεις.

Η έκδοση ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ COMICS είναι αποτέλεσμα της ιδιότητάς σου ως δημοσιογράφου, ερευνητή και συγγραφέα. Παράλληλα, ο ρόλος μέσα από τον οποίο σε γνωρίζαμε κυρίως ως σήμερα ήταν εκείνος του γελοιογράφου και “κομιξά”. Τι να περιμένουμε από εσένα στο άμεσο μέλλον, σε επίπεδο δημιουργίας comics;

Δε θέλω να οικειοποιηθώ  κανέναν από τους παραπάνω τίτλους. Πάντα σκεφτόμουν τον εαυτό μου ως…δημιουργό comics. Όλα τα άλλα ήρθαν κάποια στιγμή από μόνα τους, ικανοποιώντας κάποιες ανάγκες για μάθηση και για να λύσω δικές μου απορίες. Τα άρθρα και τα αφιερώματα στους δημιουργούς και τα comics στο ΩΣ3, στη ΓΑΛΕΡΑ και στο ΠΟΝΤΙΚΙ, το διδακτορικό, η συγγραφή τώρα του βιβλίου, έγιναν παραδόξως ως πάρεργο. Αυτό που ήθελα πάντα ήταν να κάνω σκίτσα. Γελοιογραφίες και comics. Θέλω, λοιπόν, τώρα που μου έφυγε όλο αυτό το βάρος της έρευνας, να επιστέψω απερίσπαστος στο σχεδιαστήριό μου. Εκκρεμεί, βέβαια, ακόμα ένα τέτοιο βιβλίο που θα αφορά και πάλι τα comics, αλλά και τη σχέση τους με τη γελοιογραφία, αλλά αυτό μπορεί να περιμένει. Προηγούνται τα σκίτσα. Καλά να είμαστε, εδώ και ένα χρόνο δουλεύω ένα πολυσέλιδο comic, αρκετά διαφορετικό απ’ ότι με έχετε συνηθίσει να κάνω. Έχοντας πια και όλην αυτή την εικόνα του Μέσου που αποκόμισα από την έρευνα, ελπίζω η ιστορία αυτή να με απελευθερώσει δημιουργικά και να βρει το κοινό της. Αν και οι υποχρεώσεις για τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ COMICS με καθυστέρησαν στον προγραμματισμό μου, ελπίζω αν πάνε όλα καλά αυτή η ιστορία να κυκλοφορεί το φθινόπωρο του 2013. Πιθανότατα μέχρι το Comicdom Con της άνοιξης να έχω καλύτερη εικόνα να σας πω γι’αυτό. Μέχρι τότε, όμως, όπως συμβούλεψα κι εγώ άλλους, χρειάζεται σκληρή δουλειά.

Leave a Comment

Name (required)
Email (required)
Comment (required)

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>