Εισαγωγή από το βιβλίο του Soloup «Τα Ελληνικά κόμικς»

Εισαγωγή από το βιβλίο του Soloup «Τα Ελληνικά κόμικς»

 

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ”*

Ellinika_comics_cover

ΕΙΣΑΓΩΓΗ από το βιβλίο του Soloup «Τα Ελληνικά κόμικς-

Αντανακλάσεις ιδεών στις σελίδες των κόμικς»

Εκδόσεις «Τόπος», 2012, σελ. 412

(*Επιτρέπεται η χρήση του κειμένου με αναφορά στην πηγή του: στο βιβλίο και τον συγγραφέα)

Τι είναι τα κόμικς; Μα, για να κρατάτε αυτό το βιβλίο, θα το ξέρετε ήδη αρκετά καλά. Ειδικά όσοι από εσάς στρώνεστε συχνά σε πολυθρόνες, καναπέδες, κρεβάτια -συνήθως ανάσκελα -και όπου κάτσει (υπάρχουν καταγγελίες και για WC, άκουσον!) και διαβάζετε αυτά τα σκιτσαρισμένα καραγκιοζάκια. Τι όμως γνωρίζουμε για τα «Ελληνικά» κόμικς;

Φιλοσοφία θέλει; Σιγά! Σάματις δεν ξέρουμε; Έλα παππού να σου μάθω τα αμπελοχώραφά σου! Περίπατος!

Έτσι περίπου ξεκινούσα κι εγώ αυτή την διαδρομή. Για περίπατο. Μόνο που στην πορεία βρέθηκα σ’ ένα σωρό παράξενα κι άγνωστα… αμπελοχώραφα. Δεν λέω πως ήταν άσχημα. Κάθε άλλο. Αλλά η πρώτη εικόνα στο ξεκίνημα και η τελική εντύπωση ήταν τελείως διαφορετικές. Ιστορίες, αφηγήσεις, δημιουργοί, ιδέες, λεπτομέρειες, εικόνες, αισθήσεις, απόψεις, συναισθήματα που ούτε καν φανταζόμουν.

Ελάτε να κάνουμε παρέα τη βόλτα στα…αμπελοχώραφα των Ελληνικών δημιουργών κόμικς. Και που ξέρετε; Μπορεί στην πορεία ν’ ανακαλύψουμε διαδρομές ακόμα πιο ενδιαφέρουσες από αυτήν.

Ανασκουμπωθείτε. Πάρτε μια βαθιά ανάσα, φορέστε αναπαυτικό παπουτσάκι και βουρ…αντέστε πατουσάκια μου! Γκλί γκλιιιν! Η εκδρομή μας αρχίζει….

Το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να έχουμε κατά νου όταν ξεκινάμε να μιλήσουμε για τα κόμικς, είναι πως αυτά προσδιορίζονται αναγκαστικά από τον τρόπο που «επικοινωνούν» με το κοινό τους. Από το Μέσο δηλαδή που μεσολαβεί ώστε τα κόμικς να φτάσουν στα χέρια και στα μάτια των αναγνωστών. Έναν τέτοιο ρόλο παίζουν κατά κύριο λόγο οι εφημερίδες, τα περιοδικά, η κυκλοφορία αυτόνομων εκδόσεων ή σειρών με κόμικς (albums, comic strip, minicomics, graphic novels), τα σχετικά fanzines και πιο πρόσφατα το διαδίκτυο με αναδημοσιεύσεις ή και πρωτότυπα web comics. Αν θέλουμε να προσεγγίσουμε με οποιονδήποτε τρόπο τα κόμικς, δεν πρέπει να μας διαφεύγει η παραπάνω δομική επικοινωνιακή τους λειτουργία όπως και το ιστορικό τους πλαίσιο. Οι τεχνικές δυνατότητες δηλαδή της κάθε εποχής και οι πολιτισμικές συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκαν. Και αυτό, είτε μιλώντας για τα κόμικς όπως εξελίχθηκαν διεθνώς, είτε για επιμέρους πολιτισμικές δημιουργίες, όπως ας πούμε της Ελλάδας, στην οποία εστιάζεται και το ενδιαφέρον του βιβλίου που κρατάτε στα χέρια σας.

Τα κόμικς εντοπίζονται ιστορικά και ο χρόνος και ο τόπος που γεννήθηκαν σίγουρα δεν βρίσκεται σε κάποια σπήλαια με ζωγραφές βουβαλιών, σους τάφους Αιγύπτιων βασιλέων, στη ζωοφόρο του Παρθενώνα ή σε κάποιες χριστιανικές ζωγραφισμένες εξιστορίσεις βίων αγίων. Υποθέσεις μιας «προϊστορίας» των κόμικς που επαναλαμβάνονται συχνότατα στις πρώτες σελίδες της σχετικής βιβλιογραφίας, αναπαράγοντας ως δεδομένη μια τέτοια οπτική. Αναφορές που ο ευρύχωρος και διεσταλμένος ορισμός της Sequential art του Will Eisner (1985:5) και η συμπόρευση του Scott McCloud με αυτόν, έχουν καταστήσει σχεδόν αυτονόητη μια τέτοια αντίληψη σε πολλούς φανατικούς αναγνώστες και φίλους των κόμικς.1. [ΣΗΜ:1. Ο διάσημος ορισμός του McCloud: « Κόμικς: Εικονογραφήματα ( pictorial) και άλλες απεικονίσεις (images) σκοπίμως αντιπαρατιθέμενες σε αλληλουχία με σκοπό να μεταφέρουν πληροφορίες και/ ή να προκαλέσουν την αισθητική ανταπόκριση του θεατή» (McCloud 1993:7, 9). Στην περιγραφή της εξέλιξης των κόμικς τόσο στον Eisner όσο και στον McCloud, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην «προ-ιστορία» των κόμικς. Παρατηρούμε όμως πως στους ορισμούς που τους δίνουν απουσιάζει ως βασική προϋπόθεση η εμπλοκή της τυπογραφίας. ] ΕΙΚ 0.1

Τα κόμικς παρά την πιο πάνω εντύπωση, είναι παιδιά του 19ου αιώνα και μιας πολιτισμικής επανάστασης (συνεπαγόμενης της βιομηχανικής) που ακούει, κατά τον Daniel Boorstin, στο όνομα της «Γραφιστικής Επανάστασης» (Graphic Revolution) (Boorstin 1992:162). Μια διατύπωση που, σύμφωνα με τον Neil Postman, «θέλει να επικεντρώσει την προσοχή μας στη βιαίη επίθεση που υπέστη η γλώσσα από τις μηχανικά αναπαραγόμενες εικόνες σε διάφορες μορφές, οι οποίες διείσδυσαν χωρίς περιορισμούς σε όλες τις πτυχές του (αμερικάνικου) πολιτισμού: Φωτογραφία, εκτυπώσεις, αφίσες, σχέδια, διαφημίσεις» (Postman 2007:96).

Τα κόμικς είναι παιδιά αυτής της Γραφιστικής επανάστασης και, εκ των πραγμάτων, συγγενείς πρώτου βαθμού με άλλα αντίστοιχα πολιτισμικά κι επικοινωνιακά Μέσα όπως η γελοιογραφία, ή τα κινούμενα σχέδια.

Ορισμοί δίνονται πολλοί στα κόμικς.2. [2. Αναφέρουμε τους δυο πιο σημαντικούς στην ελληνική βιβλιογραφία. Πέτρος Μαρτινίδης: «Η τέχνη της αφήγησης ιστοριών με διαδοχή σχεδιασμένων εικόνων στην τυπογραφική επιφάνεια» (Μαρτινίδης, 1990: 14). Γιάννης Σκαρπέλος: «Κόμικς είναι ό,τι παράγεται, πωλείται και αγοράζεται για να καταναλωθεί ως κόμικς» (Σκαρπέλος, 2000:48)]

Συχνότατα μάλιστα, η επιχειρούμενη οριοθέτηση του Μέσου των κόμικς, μεταβάλλεται σε πεδίο θεωρητικών αντιπαραθέσεων. Κάθε ορισμός εστιάζει συνήθως την προσοχή του σε κάποια ιδιαίτερα δομικά χαρακτηριστικά. Στοιχεία -όπως η συνεύρεση λόγου και εικόνας, η ύπαρξη των «μπαλονιών» των διαλόγων, η αλληλουχία περισσότερων του ενός καρέ στην δημιουργία μιας οπτικής αφήγησης και πάει λέγοντας- τα οποία υποτίθεται πως περιγράφουν επαρκέστερα τη δομή και λειτουργία τους. Δεν θα μπούμε εδώ στις λεπτομέρειες τέτοιων διενέξεων. Όποιον όμως ορισμό και να επιλέξουμε για τα κόμικς, δεν θα πρέπει να υποτιμούμε τον ρόλο που έπαιξε η τυπογραφία στην εφμάνιση του είδους και η επικοινωνιακή δυνατότητα που τους παρείχε η μαζικότητα της διάδοσής τους. Στοιχεία που εγγράφτηκαν στο DNA τους από την ίδια την Γραφιστική Επανάσταση. Φυσικοί πρόγονοί τους έτσι, πρέπει να θεωρούνται διάφορες άλλες έντεχνες απεικονίσεις (όπως αυτές των William Hogarth και Rodolph Topffer) ή ιστορίες σε έντυπα και φυλλάδια (comicals, penny dreadfuls) και σε καμία περίπτωση προ- τυπογραφικές έντεχνες μορφές που συγγενεύουν με τα κόμικς μόνο ως προς την λειτουργία της οπτικής αντίληψης.3

[ 3.Το θέμα αυτό για την «προ-ιστορική» αντίληψη των κόμικς, την Sequential art και την Γραφιστική Επανάσταση ως δομικό στοιχείο στην εμφάνιση και λειτουργία των κόμικς, εξετάζεται αναλυτικά στο βιβλίο «Γελοιογραφία και κόμικς- Αναζητόντας τον Homo Cartoonist» το οποίο αποτελεί και φυσική επέκταση της συγκεκριμένης έρευνας. Το βιβλίο είναι υπό έκδοση.]

Στην Ελλάδα τα κόμικς άρχισαν ουσιαστικά να εξελίσσουν μιαν αυτόχθονη παραγωγή με δικά τους «ενήλικα» χαρακτηριστικά, από τα μέσα της δεκαετίας του ‘70. Παρά τις φανερές ή κρυφές επιρροές από τη διεθνή σκηνή της «9ης τέχνης» -της τέχνης της «εικονογραφήγησης» (Μαρτινίδης 1990:16)- με την πάροδο των χρόνων φάνηκε να διαμορφώνουν κάποια ιδιαίτερα αναγνωρίσιμα στοιχεία. Κοινός παρονομαστής των ελληνικών κόμικς δεν ήταν βέβαια το ύφος ή το στιλ -μιας και οι επιρροές που προαναφέραμε διαφέρουν από δημιουργό σε δημιουργό- όσο αναγκαστικά οι άμεσες ή έμμεσες αναφορές που σχετίζονται με την ελληνική πραγματικότητα και εμπειρία. Η θεματολογία των ελληνικών κόμικς -που αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά ένα ντόπιο αναγνωστικό κοινό- δεν θα μπορούσε έτσι να είναι άσχετη από την εδώ εμπειρία της ζωής, ακόμα και αν οι αφηγήσεις των κόμικς αναφέρονταν σε διεθνικά ή διαχρονικά ζητήματα.

Τη μορφή τους ακόμα επηρέασαν οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες αλλά και τεχνολογικές δυνατότητες παραγωγής της κάθε εποχής, όπως ας πούμε για το αν ένα άλμπουμ θα τυπώνονταν ασπρόμαυρο ή έγχρωμο, σε τι τιράζ, με τι διαστάσεις και πάει λέγοντας.

Ταυτόχρονα, η έλλειψη μιας σταθερής παράδοσης του Μέσου στη χώρα, η απουσία ενός πολυπληθούς κοινού, ικανού να στηρίξει μια δυναμική αγορά όσο και η ανυπαρξία σοβαρών σχετικών σπουδών (εξειδικευμένες σχολές σχεδίου και αφήγησης), έδωσαν μέχρι πρόσφατα στην εγχωρία δημιουργία έναν μάλλον ερασιτεχνικό χαρακτήρα, με σημαντικές εικαστικές και αφηγηματικές ελλείψεις.

Η συνειδητή ελληνική παραγωγή κόμικς πλέον, απλώνεται αισίως σε ένα χρονικό διάστημα κοντά τεσσάρων δεκαετιών. Με αρκετές διακυμάνσεις, αλλαγές ύφους, προτιμήσεις θεμάτων, επιρροών και στοχεύσεων, ακολουθώντας αναγκαστικά τις αλλαγές της κοινωνίας στον τρόπο που αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει τον κόσμο και τον εαυτό της. Αλλαγές αντιλήψεων και νοοτροπιών που αντανακλώνται και καταγράφονται στις σελίδες τους.

Τα εγχώρια κόμικς σήμερα έχουν μια διακριτή καλλιτεχνική και επικοινωνιακή παρουσία. Όμως, παρά την όποια καθιέρωση και καταξίωση, συνεχίζουν σε μεγάλο βαθμό να αντιμετωπίζονται με παγιωμένες αντιλήψεις οι οποίες στην πλειονότητά τους αναπαράγουν μηχανικά ευρύτερες παρωχημένες θεάσεις για το Μέσο. «Τα κόμικς είναι τέχνη;», «τα κόμικς είναι παραλογοτεχνία;», «τα κόμικς επηρεάζουν αρνητικά τα παιδιά;». Αυτά είναι μόνο κάποια από τα «ρητορικά» ερωτήματα που συνοδεύουν για δεκαετίες τη σχετική αρθρογραφία.

Την ίδια στιγμή από τους λάτρεις του είδους δεν σπανίζει η προσπάθεια κατανόησης της ντόπιας δημιουργίας, με τα μέτρα και τα σταθμά της αμερικάνικης ή ευρωπαϊκής σκηνής, εντάσσοντας για παράδειγμα κάποια ελληνικά κόμικς στα καλούπια του… «Underground» ή του «Mainstream».

Όλα τα παραπάνω διαμορφώνουν ένα ασαφές και κατ’ ουσίαν ανεξερεύνητο τοπίο για τα κόμικς Ελλήνων δημιουργών. Ποια είναι αλήθεια η εικόνα που έχουμε σήμερα για τα ελληνικά κόμικς; Ποιοι τα εκδίδουν, ποιοι τα διαβάζουν και ποιοι τα δημιουργούν; Τι έχουν οι τελευταίοι στο μυαλό τους όταν κάθονται και τα σκαρώνουν; Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη εισαγωγική αναφορά στα βασικά ερωτήματα για τα κόμικς από την οπτική των ίδιων των κόμικς.

Σε ένα δισέλιδο του Τάσου Μαραγκού (TASMAR) που κυκλοφόρησε το 2008, συναντάμε μια διασκεδαστική αυτοαναφορική περιήγηση στην ελληνική «σκηνή» των κόμικς όπως διαμορφώθηκε μετά το 2000. Μια προσωπική ματιά από έναν… «κομίστα» για τον ίδιο τον χώρο του, τους άλλους δημιουργούς αλλά και τους παροικούντες τα κόμικς. ΕΙΚ 0.2, 0.3

Ο τίτλος του είναι Greek Comics Wonderworld. Το καρό κοστούμι του αφηγητή αλλά και το στιλιζάρισμα του δισέλιδου, μας παραπέμπουν σατιρικά στα «θεωρητικά» κόμικς του Scott MacCloud (βλ. εικόνα 0.1). Στο συγκεκριμένο δισέλιδο ο TASMAR, παραθέτει μια σειρά από «φυλές» δημιουργών με τους συνειρμούς -για όσους γνωρίζουν άμεσα τη «σκηνή»- να καταλήγουν ακόμα και σε συγκεκριμένα πρόσωπα.

Πρώτη φυλή που συναντάμε κατά την περιήγηση του σκιτσογράφου είναι για παράδειγμα οι «Βάρβαροι». «Δεν πρόκειται για κάποια βάρβαρη φυλή, απλώς λατρεύουν τον άρχοντα των δακτυλιδιών, τα RPG παιχνίδια, το επικό Heavy Metal και έχουν τον Κόναν για θεό…». Οι εκδόσεις Ψυχής τα Λαμπυρίσματα του Φώτη Σαγώνα και ο σκιτσογράφος Γιάννης Ρουμπούλιας, δημιουργός των Χρονικών του Δρακοφοίνικα, είναι οι πρώτοι πιθανοί σατιρικοί στόχοι και αυτοί που ίσως ν’ αναγνωρίζουν καλύτερα τους εαυτούς τους στο συγκεκριμένο σατιρικό σχόλιο.

Ανάλογες είναι οι αναφορές και στις υπόλοιπες «φυλές»: οι «επίδοξοι δημιουργοί Manga» (ο Βασίλης Λόλος στο ξεκίνημά του είναι ο πιο προφανής στόχος), «οι καλλιτέχνες που κάνουν κοινωνικοπολιτικά θέματα, τα οποία κατά 99, 9% μιλάνε περί αναρχίας» (ο Λέανδρος Κοκόρης αλλά και αρκετοί φανζινάδες τρώνε στη συγκεκριμένη περίπτωση τα βέλη), οι «παλιοί», «μια αξιοσημείωτη φυλή, αν και οι περισσότεροι σήμερα κάνουν μόνο γελοιογραφίες και πότε πότε κάνα κόμικς για κάποιο φεστιβάλ» (τα.. καρφιά εδώ χτυπάνε σκιτσογράφους όπως ο Ταμπακέας, ο Ζερβός, ο Δερβενιώτης, ο Βιτάλης και ο …γράφων που έφτιαχναν κόμικς και πριν το 2000). Ακόμα αναφέρονται οι «φανζινάδες», οι «εναλλακτικοί», οι «δημιουργοί υπερηρωικών» και πάει λέγοντας, ενώ η «σπόντα» για κάποιους «που παραμένουν ένα μεγάλο μυστήριο για το κοινό και τους συναδέλφους τους» πηγαίνει κατευθείαν στον Αρκά.

Εκτός από τις «φυλές» των δημιουργών, στην αφήγηση του Μαραγκού περιγράφονται και άλλες κατηγορίες ανθρώπων που ασχολούνται με τα κόμικς όπως οι «εκδότες», «όσοι ασχολούνται θεωρητικά με τα κόμικς» δηλαδή «δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί ή και απλοί αναγνώστες που καταγράφουν την πορεία αυτής της μικρής σκηνής» και φυσικά οι «Fanboys και Fangirls, φανατικοί οπαδοί της ποπ κουλτούρας». Τέλος, ο Μαραγκός δεν ξεχνάει να… ξεχάσει τους «σεναριογράφους» των κόμικς (βλ. εικόνα 0.2).

Στην παραπάνω αυτοσαρκαστική αφήγηση βρίσκουμε μιαν εμπειρική περιγραφή αυτού που πραγματικά υπάρχει. Μια βιωματική καταγραφή από κάποιον που συνδέεται ενεργά με την ελληνική κοινότητα των κόμικς. Τι γίνεται όμως στο καθαυτό σχολιαστικό-ερευνητικό επίπεδο; Στην αρθρογραφία και τη βιβλιογραφία;

Περιορισμένες παραμένουν μέχρι σήμερα οι προσπάθειες που έχουν γίνει προς αυτήν την κατεύθυνση. Γεγονός που γίνεται κατανοητό όταν μιλάμε για μια ζωντανή έντεχνη διαδικασία. Άλλωστε οι φιλίες, οι συνάφειες και οι μικρο-αντιπάθειες στον μικρόκοσμο της ελληνικής «σκηνής» στην οποία όλοι γνωρίζονται με όλους (δημιουργοί, εκδότες, θεωρητικοί, την τελευταία δεκαετία και αναγνώστες), καθιστά αρκετά ριψοκίνδυνο το να σχολιάσεις ανοικτά ή να μιλήσεις κριτικά για δουλειές τόσων «γνωστών» ανθρώπων που η δουλειά τους μάλιστα βρίσκεται σε εξέλιξη.

Έτσι, με εξαίρεση τις εργασίες του Μαρτινίδη, του Σκαρπέλου και της ομάδας που δημιουργήθηκε στο Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας κι Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Μυτιλήνη (Σαμπανίκου, Κάουα, Κρητικός) δεν υπάρχει συγκροτημένη έρευνα σε θεωρητικό επίπεδο που να βλέπει τα ελληνικά εικονογραφηγήματα μέσα στο δικό τους πολιτισμικό πλαίσιο 4. ( 4. Αναλυτική αναφορά στη σχετική βιβλιογραφία και αρθρογραφία παρατίθεται στο 7ο κεφάλαιο, στις παραγράφους: 7.1.42 και 7.1.4.3)

Να τα συνδέει με κυρίαρχες πολιτισμικές αντιλήψεις, μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες και ενταγμένα σε ένα ξεκάθαρο ιστορικό πλαίσιο. Η αναζήτηση μιας τέτοιας ματιάς που να αντιλαμβάνεται τα ελληνικά κόμικς σε σχέση με τα παραπάνω, χωρίς όμως να παραβλέπει τις επιρροές και τις συγγένειες με το Μέσο των κόμικς διεθνώς, αποτελεί τη βαθύτερη ανάγκη που οδηγεί τα βήματά μας στις σελίδες που ακολουθούν.

 

*

Στόχος της παρούσας εργασίας δεν είναι η απλή περιγραφή ή καταγραφή της παραγωγής ελληνικών κόμικς, αλλά η κατανόηση των συγκεκριμένων δημιουργιών μέσα στις δικές τους ιδιαιτερότητες, ιδέες και συνθήκες. Ζητούμενο ακόμα είναι η δημιουργία μιας απτής ερευνητικής βάσης που θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία νέων μελετών και νέων προσεγγίσεων, τη βάση ενός εποικοδομητικού διαλόγου γι’ αυτά.

Με ένα τέτοιο σκεπτικό, εδώ δεν θα επιδιώξουμε την σύνταξη μιας «εγκυκλοπαίδειας των ελληνικών κόμικς» στην οποία θα αναφέρονται οι πάντες και τα πάντα. Μια ομαλή «αντικειμενική» παράθεση ονομάτων και χρονολογιών της οποίας η αρτιότητά της θα εξαρτιόταν από το «αν τους θυμηθήκαμε όλους».

Το ίδιο και πιο πολύ, δεν είναι στις προθέσεις μας να γράψουμε την «ιστορία των ελληνικών κόμικς». Άλλωστε για ποια «ιστορία» να μιλήσουμε όταν το αντικείμενό μας είναι μια επικοινωνιακή τέχνη τόσο άμεσα παρούσα; Με τη συντριπτική (ευτυχώς) πλειοψηφία των «πρωταγωνιστών» της εν ζωή και εν δημιουργία, και τα ίδια τα ελληνικά κόμικς σε πλήρη εξέλιξη; Και ακόμα περισσότερο, όταν ο…συντάκτης της συμμετέχει σε αυτή την «ιστορία», τινάζοντας εκ των προτέρων στον αέρα οποιοδήποτε επιχείρημα χρονικής αποστασιοποίησης;

Η έννοια της «ιστορίας», παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί ν’ απουσιάζει από μια τέτοια προσπάθεια. Απλά παίρνει άλλα χαρακτηριστικά. Ας ακολουθήσουμε τη σκέψη ενός σημαντικού μυθιστοριογράφου, αντικαθιστώντας (όπου μας βολεύει) την ιδιότητά του. Ο Μίλαν Κούντερα -ο οποίος φυσικά αναφέρεται στο μυθιστόρημα και όχι στα κόμικς- γράφει σχετικά με την «Ιστορία»: «Μπορούμε να επικαλεστούμε ακόμη αυτή την ξεπερασμένη αυθεντία; Όσα θα πω είναι καθαρά προσωπική ομολογία: ως… κομιξογράφος ένιωθα πάντα πως είμαι μέσα στην ιστορία, δηλαδή στη μέση ενός δρόμου, σε διάλογο με τους προγενέστερους, αλλά ίσως (λιγότερο) με τους επερχόμενους. Μιλώ φυσικά για την ιστορία των… κόμικς και μόνο και μιλώ γι’ αυτήν έτσι όπως τη βλέπω (…). Δεν είναι αποφασισμένη εκ των προτέρων ούτε ταυτόσημη με την ιδέα της προόδου. Είναι εξ ολοκλήρου ανθρώπινη, φτιαγμένη από ανθρώπους, από μερικούς ανθρώπους, και ως εκ τούτου συγκρίσιμη με την εξέλιξη ενός και μόνο καλλιτέχνη, ο οποίος δρα τη μια κοινότοπα και την άλλη απρόβλεπτα, τη μια ιδιοφυώς και την άλλη όχι, και συχνά χάνει ευκαιρίες» (Kundera 1995: 25). Παρακάτω στο ίδιο κείμενο, διευκρινίζει τη σχέση της ιστόρησης ενός έντεχνου μέσου όπως είναι το μυθιστόρημα, με την «αληθινή» ιστορία: «Η ιστορία της ανθρωπότητας και η ιστορία του μυθιστορήματος είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Η ιστορία της ανθρωπότητας δεν ανήκει στον άνθρωπο, του επιβάλλεται σαν εξωτερική δύναμη που δεν υπάρχει τρόπος να την αντιμετωπίσει, ενώ η ιστορία του μυθιστορήματος (της ζωγραφικής, της μουσικής) -εδώ κολλάνε και τα… κόμικς- γεννιέται από την ελευθερία του ανθρώπου, από τα εντελώς προσωπικά δημιουργήματά του, από τις επιλογές του. Το νόημα της ιστορίας μιας τέχνης είναι αντίθετο από το νόημα της εν γένει ιστορίας. Η ιστορία μιας τέχνης, λόγω του προσωπικού της χαρακτήρα, είναι η εκδίκηση του ανθρώπου απέναντι στην απρόσωπη Ιστορία της ανθρωπότητας» (Kundera, ό.π. 26). Για να ολοκληρώσει τον συλλογισμό του απορρίπτοντας την ύπαρξη κάποιου «υπερπροσωπικού» νοήματος στην ιστόρηση μιας τέχνης: «Ακόμα και το κοινό νόημα παραμένει πάντοτε προσωπικό, ανθρώπινο, επειδή, στη διαδρομή της ιστορίας, η έννοια της άλφα ή βήτα τέχνης, καθώς και το νόημα της εξέλιξής της, ορίζονται και ξαναορίζονται διαρκώς από κάθε καλλιτέχνη, από κάθε καινούργιο έργο. Το νόημα της ιστορίας… των κόμικς είναι η αναζήτηση αυτού του νοήματος, η αδιάκοπη δημιουργία και αναδημιουργία του, η οποία πάντοτε συμπεριλαμβάνει αναδρομικά όλο το παρελθόν» (Kundera ό.π.26).

Η οπτική του Κούντερα (διά της αυθαιρεσίας μας) περιγράφει και τις δικές μας αναζητήσεις. Επισημαίνει μάλιστα μια σχέση, αυτήν της ιστορίας μιας τέχνης με την ιστορία της ανθρωπότητας (της «ιστορίας εν γένει»), η οποία είναι άκρως σημαντική και για εμάς εδώ: Τη σχέση των κόμικς με την «ιστορική» πραγματικότητα που ζούμε. Που ζουν ή έζησαν οι δημιουργοί των κόμικς τη στιγμή που σκάρωναν τις αφηγήσεις τους. Τη στιγμή που αυτές οι αφηγήσεις τυπώνονταν στο χαρτί ή τη στιγμή που οι τυπωμένες σελίδες έφταναν στα χέρια των αναγνωστών.

Μπορεί λοιπόν να μην έχουμε πρόθεση να γράψουμε εδώ μια «ιστορία των κόμικς». Τα κόμικς όμως αναφέρονται αναγκαστικά σε βιώματα, συνειρμούς ή παραστάσεις μιας «ιστορικής πραγματικότητας» που συμμερίζονται δημιουργοί και αναγνώστες. Αναφέρονται σε αληθινές καταστάσεις, τις ερμηνεύουν και γι’ αυτό (σε κάποιο βαθμό) επικοινωνούν. Τα κόμικς μ’ αυτόν τον τρόπο μετατρέπονται σε κάτοπτρα μιας πραγματικότητας που όχι μόνο αντιστρέφουν το είδωλό της αλλά και το διαθλούν. Δεν είναι καθρέφτες «καθ’ εικόναν και ομοίωσιν», αλλά παραμορφωτικοί αντικατοπτρισμοί όπως οι «μαγικοί καθρέφτες» των λούνα παρκ. Αλλοιώσεις της πραγματικότητας που οφείλονται στην οπτική των δημιουργών τους όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από ιδέες και εμπειρίες στην προσωπική τους ζωή.

Τα κόμικς ωστόσο (όπως και κάθε αντίστοιχο έντεχνο Μέσο) δεν καλύπτονται πλήρως από την παρομοίωση του καθρέφτη. Δεν υπάρχει σε αυτά η ταυτόχρονη -αντανακλαστική- ανταπόκριση κινήσεων και «μορφασμών» από τη διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα στο Μέσο. Είναι πάνω απ’ όλα μια έντεχνη, πολιτισμική δραστηριότητα που ως τέτοια αναπαριστά. Και η Αναπαράσταση μιας «πραγματικότητας» εμπεριέχει πάντα το δομικό στοιχείο της Ερμηνείας.

**

Για να μπορέσουμε να… προϋποθέσουμε όλες τις παραπάνω σκέψεις στη μελέτη των σύγχρονων ελληνικών κόμικς, πρέπει αναγκαστικά να αναζητήσουμε πρώτα απ’ όλα ένα σταθερό ερευνητικό πλαίσιο. Ένα θεωρητικό υπόβαθρο και μια μεθοδολογία που θα μας παρέχει στη συνέχεια τη δυνατότητα να δούμε το υλικό που διαθέτουμε για τα κόμικς στο βάθος και στην έκταση που αναζητούμε. Στην προσπάθεια αυτής της κλιμάκωσης, το βιβλίο χωρίζεται σε τρία βασικά μέρη:

Α) ένα θεωρητικό,

Β) ένα τμήμα στο οποίο επικεντρώνεται στην πρωτογενή έρευνα για τα ελληνικά κόμικς και

Γ) ένα μέρος στο οποίο θα αναπτύξουμε κάποιες παρατηρήσεις και τα όποια συμπεράσματα προκύπτουν από τα παραπάνω.

Α) Αναλυτικότερα στο πρώτο μέρος προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε τον τρόπο που οι διάφορες ιδέες και αντιλήψεις επιδρούν γενικότερα σε μια καλλιτεχνική όσο και επικοινωνιακή δραστηριότητα όπως είναι τα κόμικς.

Συγκεκριμένα στα δύο πρώτα θεωρητικά κεφάλαια του βιβλίου, προσεγγίζονται έννοιες όπως η Ιδεολογία και οι Πολιτισμικές Αναπαραστάσεις. Στη μια περίπτωση προσπαθούμε να διακρίνουμε τις Ιδέες που κουβαλούν στις σελίδες τους τα κόμικς. Ιδέες που λέγονται, αναπαρίστανται, υπονοούνται ή εικονοποιούνται όπως άλλωστε σε κάθε άλλο έντεχνο, αφηγηματικό μέσο ( π.χ. λογοτεχνία, κινηματογράφος ή θέατρο). Συγγραφείς και αναγνώστες, για να επικοινωνήσουν, συμμετέχουν και συμμερίζονται πολιτισμικά ένα ευρύτερο πλέγμα ιδεών, συμβολισμών και σημείων που κυριαρχούν τη στιγμή της δημιουργίας (και της ανάγνωσης ) στην κοινωνία.

Τις παραπάνω Ιδέες και σημειοδοτήσεις προσπαθούμε στην πορεία να τις δούμε στην ελληνική πραγματικότητα. Δεν μιλούμε πλέον αφηρημένα για Ιδεολογία, αλλά για την έννοια της Κουλτούρας και συγκεκριμένες μορφές ιδεών και αντιλήψεων όπως μορφοποιούνται σε Πολιτικές και Πολιτισμικές Αναπαραστάσεις. Η ανάγκη σύνδεσης των ελληνικών κόμικς με την πολιτισμική και επικοινωνιακή «πραγματικότητα» τη στιγμή της δημιουργίας τους, κάνει ακόμα αναγκαία την παρουσίαση του ιστορικού-πολιτικού πλαισίου της περιόδου που ουσιαστικά μας αφορά, δηλαδή από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Μια μεθόδευση των νεότερων χρόνων που ακολουθεί σε αυτό το σημείο την οπτική του Γιάννη Βούλγαρη (Βούλγαρης 2009).

Β) Στο δεύτερο μέρος καταπιανόμαστε με το κύριο αντικείμενο της μελέτης μας που είναι τα ελληνικά κόμικς.

Να διευκρινίσουμε πως αυτά που θα μας απασχολήσουν εδώ, είναι τα κόμικς «έντεχνης» επικοινωνίας. Κόμικς δηλαδή που έχουν κατασκευαστεί από τους δημιουργούς τους στοχεύοντας σε μια «ψυχ-αγωγική» ή «δια-σκεδαστική» λειτουργία, χωρίς κάτι τέτοιο να απορρίπτει και φορτίσεις λιγότερο ή περισσότερο πολιτικές (όπως ήταν για παράδειγμα τα πολιτικά ή τα πολιτικοποιημένα κόμικς της δεκαετίας του ‘80). Με έναν τέτοιο προσανατολισμό δεν μας αφορούν και δεν θ’ ασχοληθούμε καθόλου με εικονογραφηγήματα που κυκλοφόρησαν κάποια στιγμή ως υλικό διαφήμισης και ενημέρωσης από τράπεζες, δημόσιους οργανισμούς, ιδιωτικές επιχειρήσεις, εταιρείες παραγωγής κλπ. Αφηγήσεις που χρησιμοποιούν τα ίδια επικοινωνιακά και καλλιτεχνικά «τεχνάσματα», προορίζονται όμως περισσότερο για εμπορική ή ενημερωτική χρήση.

Σε αυτό το πλαίσιο θα πλησιάσουμε τα κόμικς εξετάζοντας το υλικό όπως διαμορφώνεται μέσα από την πρωτογενή κυρίως έρευνα, επιλέγοντας δυο συγκεκριμένες μορφές επικοινώνησής τους: α) τα περιοδικά κόμικς που κατά καιρούς φιλοξένησαν συστηματικά κόμικς και β) τα ίδια τα κόμικς άλμπουμ. Η διερεύνηση των δύο πεδίων γίνεται υπο το πρίσμα και των θεωρητικών οπτικών των δύο πρώτων κεφαλαίων.

Σημαντική ερευνητική προσθήκη εδώ, αποτελεί η σύνταξη ενός καταλόγου Ελληνικών Άλμπουμ Κόμικς (ΕΑΚ), του πρώτου που έχει επιχειρηθεί μέχρι σήμερα για τις 4 δεκαετίες που ερευνούμε. Κατάλογος που μας παρέχει ποσοτικές όσο και ποιοτικές πληροφορίες βοηθόντας μας να έχουμε μια πιο ανάγλυφη εικόνα των Ελληνικών δημιουργιών.

-

Να σημειώσουμε πως το πρωτογενές υλικό των περιοδικών και των άλμπουμ, δεν είναι το μόνο που θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηριακή βάση για μια τέτοια έρευνα. Η σχέση των εικονογραφηγημάτων με την παράδοση της ελληνικής γελοιογραφίας και του Μέσου της γελοιογραφίας γενικότερα, είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα προσέγγιση την οποία εξετάζουμε εκτενώς στην προέκταση της παρούσας μελέτης στο βιβλίο «Γελοιογραφία και Κόμικς- Αναζητώντας τον Homo Cartoonist». Ακόμα θα μπορούσαμε να επιλέξουμε τα fanzines, τα web comics ή τα κόμικς διαφημιστικής χρήσης, όμως αυτά δεν μας παρέχουν την αρτιότητα, το ιστορικό βάθος και τη συνέχεια σε όλη την περίοδο που επιχειρούμε να εξεατάσουμε εδώ. 5.

[5. Το ότι επιλέγουμε ν’ ασχοληθούμε κυρίως με την «έντεχνη» -όχι διαφημιστική ή ενημερωτική- παραγωγή των ελληνικών κόμικς, αποκλείοντας ταυτόχρονα την αναλυτική έρευνα για τα «έντεχνα» κόμικς των fanzines και των web comics, δεν αποτελεί κάποια μομφή γι’ αυτά. Αντίθετα, τα comic Fanzines από μόνα τους θα μπορούσαν να αποτελούν ένα τεράστιο πεδίο έρευνας μιας πιθανής παράλληλης, ακόμα και συμπληρωματικής εργασίας με αυτήν που καταπιανόμαστε. Κάποια zines κρύβουν πραγματικούς θησαυρούς με αξιοπρόσεκτες δουλειές όπως οι Ιστορίες ατελείωτης ματαιοδοξίας, το Frogs & Dogs, το Big Bang, το Kapow zine, το Red Dot comix, το εξαιρετικό περιοδικάκι e-sense και τόσα ακόμα. Όμως η πολυμορφία, η ανομοιογένεια και ο ανεξέλεγκτα μεγάλος αριθμός τους, δημιουργούν σημαντικά προβλήματα στην ένταξή τους στην παρούσα εργασία.

Τα fanzines και οι ανάλογες αυτοεκδόσεις, φιλοξενούν συνήθως δουλειές σχεδιαστών στα πρώτα τους βήματα, ενέχοντας τις περισσότερες φορές έναν χαρακτήρα έντονα πειραματικό. Έτσι, ενώ τα fanzines αποτελούν ένα χρήσιμο πρώτο βήμα για κάποιους εν δυνάμει δημιουργούς, η πλειοψηφία των ιστοριών τους υστερούν συνήθως σε εικαστική και αφηγηματική ποιότητα. Επίσης σε αυτά εμφανίζονται πάρα πολλοί σχεδιαστές χωρίς συνέχεια και εξέλιξη. Κάτι τέτοιο από μόνο του δεν είναι κακό, αλλά σε μια προσπάθεια πανοραμικής κατανόησης των ελληνικών κόμικς, οι παραπάνω ιδιαιτερότητες και ο μεγάλος όσο και ασαφής όγκος της παραγωγής τους, θα αλλοίωνε σημαντικά την εικόνα μας γι’ αυτά.

Αντίστοιχα με τα fanzines, δεν θ’ ασχοληθούμε αναλυτικά με τα web comics μιας και δεν έχει υπάρξει ακόμα ικανός όγκος δουλειάς για παραπέρα μελέτη, συγκρίσεις και συμπεράσματα. ]

-

Γ) Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, με τα δεδομένα που προκύπτουν από την έρευνα, ουσιαστικά επαναπροσδιορίζουμε την εικόνα μας για τα κόμικς, επιχειρώντας μια σειρά από παρατηρήσεις και επισημάνσεις. Ακόμα επανεξετάζουμε τη συνολική πορεία των ελληνικών κόμικς από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, μέρες πολιτισμικών αλλαγών και αντιλήψεων που επιφέρει βίαια η εξελισσόμενη πολιτικο-οικομική κρίση των «μνημονίων». Τέλος επιχειρούμε μια πολυεπίπεδη παρουσίαση του Μέσου που δεν αφορά μόνο την εξέλιξή του στον χρόνο αλλά και τους «πρωταγωνιστές» του. Τους ανθρώπους που ασχολούνται ενεργά με τα κόμικς από διαφορετικές θέσεις και οπτικές, δηλαδή τους «δημιουργούς», τους «εκδότες», τους «αναγνώστες» αλλά και τους «σχολιαστές» (είτε αυτοί είναι οι δημοσιογράφοι είτε πανεπιστημιακοί). Η παρουσίασή τους μεθοδεύεται μέσα από δύο επικοινωνιακά μοντέλα, ένα γραμμικό κι ένα δυναμικό, με το δεύτερο να περιγράφει τη σύγχρονη πραγματικότητα μετά και την εμπλοκή του διαδικτύου στην πολιτισμική επικοινωνία.

***

Σαν αναγνώστης θεωρούσα πάντα ως το πιο «γλυκανάλατο», ανούσιο και περιττό κομμάτι ενός δοκιμιακού έργου, το κομμάτι των «ευχαριστιών». Να που ήρθε η ώρα ν’ αυτοαναιρεθώ στην πράξη. Έπειτα από μια έρευνα τουλάχιστον οκτώ χρόνων με τη σύμπραξη και πολύτιμη βοήθεια αρκετών ανθρώπων, θεωρώ όχι υποχρέωση αλλά βαθύτατη ανάγκη να ευχαριστήσω όσους βοήθησαν σε τούτη την εργασία.

Πρώτα πρώτα, τους … επιστήμονες ειδικούς που βοήθησαν στην τεκμηρίωση και την οργάνωση του βιβλίου. Την Εύη Σαμπανίκου, τον Γιάννη Σκαρπέλο και τον Φιλήμονα Μπαντιμαρούδη, που ήταν και οι επιβλέποντες καθηγητές μου στην ευρύτερη διατριβή μου για τα κόμικς.

Επίσης οφείλω πολλά σε πλήθος άλλων ανθρώπων που η εδώ αναφορά τους μόνο τυπική δεν πρέπει να θεωρηθεί:

Ξεκινώντας από το εξώφυλλο, τον Γιάννη Καλαϊτζή για την παραχώρηση του σκίτσου από την Τσιγγάνικη Ορχήστρα.

Τον Μέλανδρο Γκανά, τον Γιάννη Κουκουλά, τον Πάνο Κρητικό και τον Δημήτρη Μποκή, τον καθένα ξεχωριστά για την πολύτιμη συνεισφορά τους στη σύνταξη του καταλόγου ΕΑΚ (και όχι μόνο).

Για τον ίδιο λόγο τον Ευγένιο Τριβιζά και τη Μαρία Κουτσιούμπα στην προσπάθεια να «ξεμπλέξω» τον γρίφο των αλλεπάλληλων εκδόσεων και χρονολογιών της Φρουτοπίας, της πλέον δύσκολης περίπτωσης της καταλογογράφησης.

Ιδιαίτερη μνεία για την σύνταξη του καταλόγου οφείλω στην πολύτιμη συνεισφορά της ομαδικής δουλειάς του greekcomics.gr που συγκέντρωσε σε μια βάση δεδομένων ένα άκρως πολύτιμο υλικό, τόσο για αναγνώστες όσο και για τους δυνάμει μελετητές.

Στην προσπάθεια συμπλήρωσης των ελλείψεων του πρωτογενούς υλικού, τον Δημήτρη Ψαρρά και την ομάδα του Ιού της Ελευθεροτυπίας για τη διάθεση του αρχείου του Σχολιαστή, την εκδότρια Νίκη Τζούδα και την υπόλοιπη συντακτική ομάδα της Βαβέλ για τις πληροφορίες και τα στοιχεία από το αρχείο της, τους εκδότες Πάνο Κουτρουλάρη και Γιώργο Τσίτσοβιτς για τις πληροφορίες και το αρχείο του Σκαθαριού και του Μαμούθ, τον συγγραφέα Νίκο Πλατή για την παραχώρηση του αρχείου της Πράσινης Γάτας, τον Σώτο Βοσκαρίδη (γελοιογράφο και λέκτορα του τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογιών Πληροφορικής), τον Μάριο Ζέρβα (διευθυντή της βιβλιοθήκης) και τον Πέτρο Αρτέμη (βοηθό βιβλιοθηκονόμο) και φυσικά τον ίδιο τον κύριο Μαυρογέννη για την παραχώρηση του ψηφιοποιημένου υλικού της Σατιρικής που έγινε από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο. Επίσης την εφημερίδα Το Ποντίκι για την παραχώρηση του ψηφιοποιημένου αρχείου και του σώματος της εφημερίδας.

Τον Γιώργο Γεωργέλο και τη βιβλιοθήκη της «Λέσχης Φίλων κόμικς» για όσα άλμπουμ και στοιχεία έλειπαν από το δικό μου αρχείο. Για τον ίδιο λόγο τον Γιάννη Γερούλια και τη βιβλιοθήκη του «Συλλόγου φίλων Γελοιογραφίας» του Λαφυστίου Λειβαδιάς. Την Διαμάντη Αναγνωστοπούλου, την Μαριάννα Μίσιου, τον Αβραάμ Κάουα, τον Μάρκο Θεοδωράκη, την Εύη Τζούδα, τον Αργύρη Λαμπράκη, την Χαρίκλεια Μαρκουλάκη και μια σειρά άλλων φίλων των κόμικς για τις πολύτιμες κουβέντες τους που με βοήθησαν να ξεκαθαρίσω τις κατευθύνσεις μου σε αυτήν την έρευνα.

Την Σεβαστή Μπούμπαλου, τον Κώστα Πιπιλιό από τις εκδόσεις Τόπος και τον ιδανικότερο επιμελητή για ένα τέτοιο βιβλίο Άρη Μαραγκόπουλο, που αγκάλιασαν από την πρώτη στιγμή και σε καιρούς δύσκολους τα Ελληνικά κόμικς.

Τέλος, να ευχαριστήσω όλους τους συνάδελφους και φίλους, σεναριογράφους, δημιουργούς κόμικς και γελοιογράφους, για την βοήθειά τους στην παρούσα μελέτη αλλά και την συνύπαρξή μας σε αυτόν τον όμορφο μικρομέγαλο κόσμο των σκίτσων.

 

Leave a Comment

Name (required)
Email (required)
Comment (required)

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>